30.5.16

Ωραίο πιστόλι ετούτο μα την πίστη μου

Κατηφόριζα στη Σβέαβεγκεν και ο κρύος αέρας έκανε τα μάτια μου να πονάνε. Με εξαίρεση μια ζεστή σοκολάτα που με είχε κεράσει η χαμηλοκώλα η Λίζα το μεσημέρι της Πέμπτης στον Μπλε Λωτό, δεν είχε μπει τίποτα στο στομάχι μου τις τελευταίες 2 μέρες και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ακούω ένα ηλίθιο, μαλακό σφύριγμα ακριβώς μέσα στο κεφάλι μου κάθε φορά που προσπαθούσα να περπατήσω πιο γρήγορα για να μην ξεπαγιάσω. 

Συναντηθήκαμε γιατί ήθελε να μιλήσουμε. Ήξερα ότι θα μου αράδιαζε πάλι ιστορίες με γκόμενους, μισοτελειωμένα μεταπτυχιακά, σεμινάρια υπερβατικού διαλογισμού και τα αρχίδια μου κουνιούνται συντόμευε το μονόλογο μωρή χαμηλοκώλα γιατί έχουμε και δουλειές. Είχα κάθε λόγο να μην πάω στο ραντεβουδάκι αλλά οι Δεκέμβρηδες σε αυτή την κωλοπόλη δεν αστειεύονται και επιπλέον πεινούσα οπότε προτίμησα να κάνω το μαλάκα. Και εδώ που τα λέμε το Λιζάκι με αγαπούσε και λίγο. 

Βρεθήκαμε γύρω στις δυόμιση έξω από το κολυμβητήριο στη Μεντμπόρια. Πιστή στις συνήθειές της, είχε αργήσει μισή ώρα αλλά δε με ένοιαξε και τόσο γιατί όσο εκείνη αργούσε εγώ χάζευα τις ξανθιές να βγαίνουν αχνιστές από το ζεστό κολυμβητήριο στο χιονισμένο δρόμο.

-Καλά εσύ αδυνάτισες!
Και ένα σύννεφο από γουΐνστον μπλε με τύλιξε καθώς γύριζα για να δω τη Λίζα. Πάντα ήθελε να εμφανίζεται μέσα από τους καπνούς τσιγάρων και να εξαφανίζεται ανάμεσα σε σκιές από γκόμενους που κανείς από εμάς δεν γνώριζε ποτέ.
-Μην αρχίζεις πάλι τα δικά σου Λιζάκι
-Περίμενες ώρα;
-Όχι, μόλις έφτασα. Πάμε να κάτσουμε κάπου γιατί τον έχω δαγκώσει

Μπήκαμε στη ζεστή αγκαλιά του Μπλε Λωτού σχεδόν κουτρουβαλώντας. Η χαμηλοκώλα η Λίζα βόλεψε τον κώλο της σε ένα μεγάλο καναπέ και άφησε εμένα να παραγγείλω στο ταμείο. Επέμενε να με κεράσει μια σαλάτα ή κάποια άλλη αποκλειστικά χορτοφαγική μαλακία που μου είχε δηλώσει ότι είχε διαλέξει για τον εαυτό της πολύ πριν μπούμε στο κατάστημα και που μου διαφήμιζε σε όλη τη διαδρομή και εγώ που μυρίστηκα το νέο της βίτσιο να κατασπαράζει πρασινάδες της είπα ότι είχα ήδη φάει και κόντευα να σκάσω για να αλλάξουμε κουβέντα και να με αφήσει ήσυχο. Έτσι λοιπόν έκανα νόημα στην κοντή στο ταμείο να έρθει και της ζήτησα τη μαλακία της Λίζας και μια ζεστή σοκολάτα σε μισόλιτρο ποτήρι μπύρας με έξτρα σαντιγί και τρούφα σοκολάτας από πάνω.
Η κοντή άνοιξε το στόμα της για να διαμαρτυρηθεί για κάτι αλλά μάλλον είδε ότι τον πεινασμένο λύκο που την κοιτούσε πίσω από τα μάτια μου και το βούλωσε. Έκανα να φύγω, μουρμούρισε κάτι για την πληρωμή, της γύρισα την πλάτη και είπα πληρώνει η ξαδέρφη μου και πήγα και έκατσα δίπλα στη Λίζα βάζοντας ξεδιάντροπα το χέρι μου στο πόδι της.

Η Λίζα μου έριχνε γύρω στα 4 χρόνια αλλά μετά από όλα αυτά τα εναλλακτικά προγράμματα ζωής, γυμναστικής, γαμησιού, συζήτησης, σπουδών, φαγητού, ξεκούρασης, πολιτικοποίησης, διασκέδασης και αναζωογόνησης που είχε δοκιμάσει έδειχνε τουλάχιστον 40. Εγώ πάλι, μια ζωή αγχωμένος με τα ίδια πράγματα, βαθιά αργόσχολος και καχύποπτος, και παρόλο το σταθερά ανθυγιεινό τρόπο μου, έδειχνα ακόμα όπως όταν ήμουν 25. Μια φορά, σε κάποιο σπίτι σε ένα πάρτι ενός γνωστού της Λίζας, μια από τις κλώσες που την περιτριγύριζαν για φίλες και που ήθελε να πάρει ένα ακόμα κεφάλι αρσενικού για τη συλλογή της, σε κάποια τραγελαφική απόπειρα να με στριμώξει, χώθηκε ανάμεσά μας και με πλάτη σε εμένα ρώτησε τη Λίζα με ναζάκι από που ψώνισε το ζιγκολό, δείχνοντάς μέ με το κεφάλι της. Το στόμα της χαμηλοκώλας φίλης μου στράβωσε λίγο αλλά εγώ τράβηξα και κόλλησα δυο κολλαριστά 50ευρα απειλητικά κάτω από τη μύτη της κλώσας και της είπα "Τράβα να χτυπήσεις κανά δυό κοκορέτσια να στανιάρεις γιατί σε βλέπω λίγο κομμένη και τα λέτε άλλη φορά με την φίλη σου. Με την ώρα την πληρώνω την καυλιάρα και μου κοστίζεις". Η Λίζα έμεινε παγωμένη και όταν η μαλάκω η φίλη της έστριψε και εξαφανίστηκε γρήγορα προς τουαλέτα μεριά με έπιασε από το χέρι και μου ψιθύρισε "μόλις είπες ότι με αγόρασες σαν πουτάνα ρε μαλάκα;" Και έβαλε τα γέλια. Όπως με κρατούσε από το χέρι την πήρα και φύγαμε από το σκατένιο παρτάκι και πήγαμε στο κατακόκκινο Πραξιτέλους να πιούμε κανά ποτό σαν άνθρωποι μακριά από όλη αυτή την πλέμπα. Από τότε η Λίζα θέλει συχνά να κάνουμε πότε πως την αγοράζω εγώ, πότε πως με αγοράζει εκείνη και άλλα τέτοια παρόμοια και να αφήνουμε σαγόνια στραβωμένα.

Έτσι λοιπόν όταν η σερβιτόρα με τη δήλωση είδε το χέρι μου κτητικό πάνω στο μπουτάκι της Λίζας σήκωσε το ένα της φρύδι και όταν η Λίζα είπε με έντονο μαμαδίστικο γρέζι "φυσικά, ότι θέλει το γλυκό αγοράκι μου" σε έντονη στοκχολμέζικη προφορά η κοντή χλόμιασε λίγο και μας κοίταξε με αηδία. Πιο πολύ εμένα. Η Λίζα πλήρωσε, γύρισε στη θέση της, έβαλε επιδεικτικά το χέρι μου ψηλά στο μπούτι της και έβγαλε να τακτοποιήσει το κραγιόν της. Έγω έκλεισα το μάτι στην άναυδη σερβιτόρα και γύρισα στη Λίζα.

- Τι έγινε αυτή τη φορά; Σε παράτησε ο Μάνθος και
- ο Στράτος
- ο πούτσος μου ο βαρβάτος, στα αρχίδια μου πως τον λένε, μη με διακόπτεις, σε παράτησε ο Σταύρος και ήρθες να μας κλαφτείς Λιζάκι;
- Όχι. Και μη μιλάς έτσι και με κάνεις να μετανιώνω πάλι που σε συναντάω.
- Εντάξει, κοίτα, αν ήρθες να μιλήσουμε για τις εξελίξεις στο HCI και αν συμφέρει να κάνεις μεταπτυχιακό στο KTH ή να πας να βγάλεις δεύτερο προπτυχιακό σε κάτι σχετικό με βιολογία και άλλα τέτοια, σου λέω από τώρα ότι έχω πολύ δουλειά και θα χρειαστεί να φύγω σε λίγο.
- Τι δουλειά;
Η κοντή έφερε την βοτανόταρτα της Λίζας και τη σοκολατάρα μου και έφυγε σχεδόν τρέχοντας με σκυμμένο το κεφάλι.
- Έχει σημασία Λιζάκι;
- Όχι, αλλά θέλω να μαθαίνω νέα σου.
-Όχι, απλά θέλεις να μου λες τα δικά σου.
- Ωραία, μωρό μου, και τώρα τι θέλεις; Να κάνουμε ψυχανάλυση; Απορώ γιατί δέχεσαι να βγαίνουμε αφού σε ενοχλεί τόσο η παρουσία μου.
- Λίζα πες μου τι θέλεις και μετά θα σου πω τα νέα μου αναλυτικά. Σύμφωνοι;

Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Μετά ήπιε λίγη από τη σοκολάτα μου και έσκυψε και ψιθύρισε μέσα από τα δόντια της δίπλα στο αυτί μου.

-Θέλω ένα όπλο.
Το χέρι μου ασυναίσθητα τραβήχτηκε από το μπούτι της. Εκείνη το κατάλαβε και έκλεισε τα πόδια της κρατώντας κάποια δάχτυλά μου ανάμεσά τους. "Θέλω ένα όπλο" επανέλαβε.
- Τι όπλο ρε Λίζα, τι μαλακίες λες, τι θα το κάνεις εσύ το όπλο;
- Πιστόλι και να μη σε νοιάζει τι το θέλω.
- Τί πιστόλι μωρή πουτάνα; Τί είμαι εγώ;
- Καινούργιο και γεμάτο. Και αυτά να τα αφήσεις για αλλού. Ξέρω πολύ καλά ότι μπορείς να μου βρεις. Και θα μου βρεις.
Το μάτι μου γυάλισε και το στόμα μου γέμισε αφρούς. Τράβηξα το μαχαίρι της από το τραπέζι και το πίεσα στη σπλήνα της.
-Μωρή χαμηλοκώλα ξεκωλιάρα μη μου λες μαλακίες εμένα. Λέγε τι θες μη σε κάνω ανταλλακτικά για τα χειρουργεία του Καρολίνσκα.
- Ένα πιστόλι θέλω. Καινούργιο και γεμάτο. Θα βρεις ένα, θα το πακετάρεις και θα το αφήσεις στην εξώπορτα της μάνας μου με το όνομά μου πάνω στο πακέτο.

Είχα ακόμα το μαχαίρι στραμμένο πάνω της αλλά είδα την κοντή να μας κρυφοκοιτάζει πίσω από την ταμειακή και το μάζεψα. Η καριόλα θα έχει ήδη καλέσει τους μπάτσους. "Φεύγουμε" είπα στη Λίζα, τινάχτηκα πάνω και ήπια μονορούφι τη μισόλιτρη σοκολάτα μου. Η Λίζα ξαφνιάστηκε και σηκώθηκε μαζί μου. Βγήκαμε από τον Μπλε Λωτό με την κοντή να μας ακολουθεί με το βλέμμα μέχρι το παρκάκι και είδα δυο σειρές καλοξυρισμένα κεφάλια να μας πλησιάζουν. Η κουφάλα είχε φωνάξει τους τιμωρούς εκδικητές της αποκατάστασης τάξης αντί για τους μπάτσους. Πότε είχε ξεπέσει τόσο ο Μπλε Λωτός; Τι σκατά κακό αστείο ήταν αυτό;

Η Λίζα πήγε να παραπονεθεί για τη μισοτελειωμένη ματζουνόπιτά της αλλά της κόπηκε η φόρα όταν είδε τους μαύρους να μας έρχονται. Την πήρα από το χέρι και πήγαμε τσιγκολελέτα μέχρι το ύψος του σταθμού στο Σκανστουλ. Χωθήκαμε σε ένα στενό, έβγαλα τη ζώνη μου από το τζιν μου και την τύλιξα στο αριστερό χέρι μου. Έβαλα τον ζιππο μου στο δεξί για να φεύγουν τα μπουκέτα μου γεμάτα, στρίμωξα τη Λίζα πίσω μου στα σκαλιά μιας παλιάς πολυκατοικίας, έβγαλα ένα Τζον Σίλβερ από το μαλακό πακέτο το κόλλησα στα χείλη μου το άναψα, ρούφηξα βαθιά 2-3 φορές και το έσβησα. Περιμέναμε και οι δυο στα μουγκά. Οι μπουνιές μου σφιγμένες. Ακούγαμε από το βάθος τα ξυρισμένα κεφάλια να μας πλησιάζουν. Ένας ρουφιάνος από ένα τατουατζίδικο απέναντι μας είδε και κατάλαβε ότι κάτι παίζει και ήταν έτοιμος να μας σφυρίξει στα μαύρα μπλουζάκια που κατέβαιναν λαχανιασμένα το δρόμο.  Μια γιαγιά άνοιξε την πόρτα πίσω μας και η Λίζα με πήρε από τον ώμο μέσα. Κατεβήκαμε στο υπόγειο και βρήκαμε έξοδο προς την εσωτερική αυλή του κτιρίου και από εκεί περάσαμε σε κάποιο άλλο κτίριο που είχε την πόρτα του ξεκλείδωτη προς την εσωτερική αυλή, βγήκαμε γρήγορα σε κάποιο παράλληλο δρόμο και μπήκαμε στο μετρό χρησιμοποιώντας την κάρτα της Λίζας γιατί η δική μου είχε λήξει εδώ και 4 μήνες που τριγυρνούσα με το ποδήλατο μέχρι που άρχισε να χειμωνιάζει άγρια πάλι. Στο μετρό εγώ προσπαθούσα να ξαναβρώ την ανάσα μου και έψαχνα να καταλάβω αν έχει πέσει σύρμα από τους μαύρους για μας στους φύλακες του μετρό και η Λίζα έτρεμε στην αγκαλιά μου. Προσπαθούσε να μη φανεί αλλά τα γόνατά της την πρόδιδαν. Την έσπρωξα να καθίσει, γύρισα την πλάτη μου και είπα ένα ξέπνοο "εντάξει ρε Λίζα" και χύθηκα έξω από το βαγόνι με το ηλίθιο και καλομαθημένο πλήθος.
Κατέβηκα Γκουλμαρσπλαν και πήγα και άραξα σε ένα πάρκο. Η Λίζα συνέχιζε νότια οπότε δεν είχε πρόβλημα. Περίμενα να νυχτώσει και όταν το κρύο έγινε πραγματικά ανυπόφορο ξεκίνησα να ανηφορίζω από τους πλάγιους δρόμους προς Μεντμπόρια μπας και πετύχω κανέναν δικό μου και μου δανείσει την SL του και φύγω άνετος.

Κατηφόριζα στη Σβέαβεγκεν έχοντας παραδώσει το δέμα της Λίζας στης μάνας της και ο κρύος αέρας έκανε ένα δάκρυ στο μάτι μου να παγώνει και να με κόβει. Με εξαίρεση μια ζεστή σοκολάτα που με είχε κεράσει η χαμηλοκώλα η Λίζα το μεσημέρι της Πέμπτης στον Μπλε Λωτό, δεν είχε μπει τίποτα στο στομάχι μου τις τελευταίες 2 μέρες και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ακούω ένα ηλίθιο, μαλακό σφύριγμα ακριβώς μέσα στο κεφάλι μου όσο προσπαθούσα να θυμηθώ το παρακάτω.
Ωραίο πιστόλι ετούτο μα την πίστη μου
κι είν’ εντελώς καινούργιο και γεμάτο.

27.5.15

Tired

I'm tired of getting drunk going to parties and bars and talking shit
I'm tired of watching tv, having my mind and my spirit destroyed like this
oh I'm so tired
oh I'm so tired
I'm tired of reading the papers, I couldnt care less about the latest trends
I'm tired of killing time, murdering it with my lazy hands
oh I'm so tired
oh I'm so tired
I'm tired of going to work imposing so, I don't care if I'm fired
I'm tired of pretending I'm not tired only to please people who make me tired
oh I'm so tired
oh I'm so tired
I'm so tired, oh
I'm so tired, oh

16.12.13

Θάνατος από ασφυξία στα μεγάλα κενά αέρος της μικρής καθημερινότητας.

Όταν πρόκειται για αξιοπερίεργες περιπτώσεις ανθρώπων, μεγέθη όπως ο χρόνος και ο χώρος είναι δευτερεύοντα.
Δε σε νοιάζει το για πόσο και το πότε και το που
αυτό που μετράει
είναι ότι τα μοιράζεσαι με κάποιο πολύ ιδιαίτερο άνθρωπο. Και
όλα τα άλλα
δεν έχουν και τόση σημασία.
Είναι που μπορείς και ανασαίνεις
για λίγο.

1.12.13

Γιατί δε μένουν.

Α.

- και... πόσο χρονών είσαι;
- χιχιχι πόσο με κάνεις;
- ή 28 και έχεις κλάψει πολύ μέχρι τώρα στη ζωή σου ή 32 και είσαι αφελέστατα χαρούμενη.

το επεξεργάστηκε λίγο, ήπιε ακόμα μια γουλιά από το μπουγαδόνερο που την είχαν σερβίρει και πήγε παραπέρα. Αργότερα έφυγε με έναν τύπο.
Αν ήμουν λίγο πιο στάνταρ, μάλλον τώρα θα μπορούσα να λέω ότι έχω πάει και με ξανθιά.



Β.

Στα 10 λεπτά από την ώρα που αρχίσαμε να μιλάμε, τρίβεται και χουφτώνει με άνεση. Ανταποκρίνομαι. Τραβιέται λίγο πίσω χαζογελάει και λέει:
- απόψε δυστυχώς δεν μπορεί να γίνει κάτι, αλλά γράψε το τηλ. μου να κανονίσουμε αύριο
(βγάζω το μπαλκατέλειο και περιμένω να μου πει τον αριθμό της. κοιτάζει με αηδία το αντι-σμαρτφον μου)
- που είναι το άηφόν σου;
- δεν έχω άηφον.
- είσαι σοβαρός;
- δεν ήξερα ότι για να γαμήσεις σήμερα χρειάζεσαι άηφον.
- ε;
- λέω, αν φτιάχνεσαι με τα άηφον, να πεταχτώ να πάρω ένα. Είναι κρίμα να μη μου κάτσεις για μια επένδυση 3-4 κατοστάρικα. Και θα μου μείνει και το άηφον.
- άντε χάσου ρε γελοίε.

4.11.13

Μου φάνηκε πως την είδα στο μετρό. Ήταν ολόιδια- τα έξυπνα μάτια και εκείνο το χαμόγελο.
Μόνο που αυτή εδώ χαμογελούσε σε εμένα.
Άρα δεν ήταν εκείνη.

Όσοι λέτε ότι αγαπάτε έναν άνθρωπο, μη του στερείτε την ευτυχία που αναβλύζει από το να του το δείχνετε.

9.10.13

ΚΜ

"Αν υποθέσουμε τον άνθρωπο ως άνθρωπο, και τη σχέση του προς τον κόσμο ανθρώπινη, τότε μπορείς να ανταλλάξεις αγάπη μόνο με αγάπη, εμπιστοσύνη μόνο με εμπιστοσύνη, κλπ.
Αν θέλεις να απολαύσεις την τέχνη, πρέπει να είσαι καλλιτεχνικά καλλιεργημένο άτομο. Αν θέλεις να ασκήσεις επιρροή σε άλλους ανθρώπους, πρέπει να είσαι ένα άτομο που πραγματικά μπορεί να παρακινεί και να ενθαρρύνει τους άλλους. Κάθε μία από τις σχέσεις σου προς τον άνθρωπο και τη φύση πρέπει να είναι μια ειδική έκφραση- αντίστοιχα με το αντικείμενο της θέλησης σου- της δικής σου πραγματικής ατομικής ζωής.
Αν αγαπάς χωρίς να προκαλείς την επιστροφή της αγάπης, αν η αγάπη σου δεν παράγει με αμοιβαίο τρόπο αγάπη, αν, δηλαδή, δεν είσαι ικανός, με την εκδήλωση του εαυτού σου σαν πρόσωπο που αγαπά, να κάνεις τον εαυτό σου ένα πρόσωπο που το αγαπούν, τότε η αγάπη σου είναι μία ανικανότητα, μία δυστυχία."

6.8.13

Είναι στο σενάριο.

-Μερικές φορές, απλά είναι αδύνατο να το βουλώσεις μπροστά σε κάτι τέτοια.
-Γιατί ρε;
-Γιατί έτσι είναι στο σενάριο ρε μαλάκες. Έτσι είναι φτιαγμένος αυτός ο ρόλος, αυτός ο χαρακτήρας. Να γιατί.

13.6.13

Μέρος ΙΙ (άρση και έξοδος κινδύνου με υψηλές ταχύτητες συμπύκνωσης).

Οι πρόωρες και εν μέρει λανθασμένες εκτιμήσεις μου για τη δυνατότητα δημιουργικής καταστροφής στο πλαίσιο ενός ευρύτερου και μέσο/μακρο-πρόθεσμου σχεδιασμού στηρίχθηκαν κυρίαρχα σε μια ανάλυση στον πυρήνα της οποίας εγγράφονταν όψεις μιας αντι-κουλτούρας στης οποίας το ρεύμα κολύμπησα και στρογγύλεψα (σαν τα αιχμηρά βότσαλα στο ποτάμι).
Ο μόνος τρόπος μόνωσης και οχύρωσης που αρμόζει όταν μιλάμε για το σχήμα προσωπικότητα- μάζα- μηχανισμός είναι αυτός της ναρκοθέτησης του μηχανισμού από τις ίδιες τις προσωπικότητες στη βάση των οποίων αυτός συγκροτείται, με σκοπό η διάχυση στις μάζες να μη θυμίζει τη γνωστή, μονόδρομη και μονολιθική σχέση η οποία επιφέρει τελικά ακριβώς τα αντίστροφα αποτελέσματα, δηλαδή αυτά του τσακίσματος των προσωπικοτήτων από ένα μηχανισμό που αλώνεται από τη μέση μαζική αντίληψη για την πραγματικότητα και τις αντίστοιχες κοινωνικές πρακτικές μετασχηματισμού αυτής.
Στο σημείο αυτό, έχει πολλά να μας διδάξει (σε συμβολικό επίπεδο, προφανώς) η "μέθοδος" του σολομού και της πέστροφας που κινούνται αντίθετα στη ροή, εκμεταλλευόμενα τις πτυχώσεις που δημιουργεί η τυρβώδης ροή στην τριβή της με την επιφάνεια της όχθης και του πυθμένα.
Οι πτυχώσεις αυτές κάνουν όχι απλά πιο εύκολο το κολύμπι αντίθετα στη ροή, αλλά οριακά πιο εύκολο το κολύμπι εν γένει, κάνοντας μια φαινομενικά αδύνατη διεργασία πιο εφικτή ακόμα και από τη συνηθισμένη, "μονή δυνατή" επιλογή.

Νομίζω πως τα διδάγματα που εδράζονται στο νοηματικό υπόστρωμα αυτού του συμβολικού (και βολικού) στρώματος επεξεργασίας είναι παραπάνω από προφανή.
Φυσικά, ο χώρος και ο χρόνος εξειδίκευσης και εφαρμογής μιας τέτοιας ανάλυσης δεν μπορεί παρά να κινείται στην περίμετρο ενός κύκλου, αντίστοιχου της στοχοθεσίας του κεντρικού σχεδιασμού.
Με άλλα λόγια, διαλέγεται με βολικό και αυθαίρετο τρόπο ώστε να αντανακλά (πολλαπλασιάζοντάς τες) τις πτυχές που- δομικά, κάθε φορά- κρίνονται ως δεσπόζουσες.

Η μόνη έξοδος (είναι η έξοδος κινδύνου) από αυτή την συσσωρευτικού/αθροιστικού τύπου σειρά γεγονότων (η οποία παγιώνεται όλο και περισσότερο στο βέλος του χρόνου, ενισχύοντας το να αποκρυσταλλωθεί η τάση αυτή σε μια μη- αντιστρεπτή κοινωνικό-οικονομική διεργασία κατισχύοντας οριστικά σε όλο το φάσμα της φυσικοϊστορικής σφαίρας) εδράζεται στη χωροχρονική ρηγμάτωση του κοινωνικό-οικονομικού χωροδικτυώματος στρέφοντας τη ροή, προς ένα ριζικά νέο επίπεδο, με ριζικά νέου τύπου σχέσεις σε αυτό.
Ένα νέο επίπεδο που, ωστόσο, διατηρεί σχέσεις συνέχειας-ασυνέχειας με το παλιό, σε μια υποβόσκουσα αναχρονιστική, "ασύγχρονη" φάση σταδιακής απονέκρωσης του τελευταίου. Πρόκειται για μια σχέση αντίστοιχη με αυτή που εντοπίζει κανείς π.χ ανάμεσα στην πρωτόγονη κοινωνία και τη σημερινή (δεν έχουν τίποτα το κοινό, εκτός από κάποιες εξαιρετικά κοινές και προφανείς "λεπτομέρειες" που δείχνουν πως σταδιακά και μέσα από αλλεπάλληλες σχέσεις συνέχειας- ασυνέχειας οδηγηθήκαμε από τη μια στην άλλη).





Θα επανέλθω (κάποια στιγμή) με την απαραίτητη "συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης" ("ή πως τα στρογγυλεμένα βότσαλα ξαναγίνονται αιχμηρά").